ΠΕΙΡΑΙΑΣ - 2500 ΧΡΟΝΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ
Όπως είναι γνωστό, στους προϊστορικούς χρόνους, ο Πειραιάς ήταν νησί, που χωριζόταν από την υπόλοιπη Αττική με θαλάσσια ζώνη, που άρχιζε από την περιοχή του Φαληρικού όρμου και συγκεκριμένα από το Νέο Φάληρο περνούσε μέσα από τη σημερινή συνοικία Καμίνια και τμήμα του δήμου Αγίου Ιωάννη Ρέντη και κατάληγε στον λιμένα Άλω, μπροστά στο σταθμό των "Ηλεκτρικών Σιδηροδρόμων Αθηνών Πειραιώς".
Αργότερα η ζώνη αυτή καλύφθηκε με προσχώσεις για να μετασχηματιστεί αρχικά σε αβαθή θαλάσσια λωρίδα, στη συνέχεια σε "ελώδη περιοχή" (βάλτο) και τελικά σε "πηλώδη" (λασπότοπο) και να αποτελέσει το γνωστό μας Αλίπεδο, με το οποίο ο Πειραιάς ενώθηκε με την υπόλοιπη Αττική.
Στην νησιωτική μορφή του τόπου, στα πανάρχαια αποδίδεται και η προέλευση του τοπωνυμίου Πειραιεύς. Οι περισσότεροι το ετυμολογούν από τη λέξη πειραιεύς (=πορθμέας, περαματάρης), από τον ανώνυμο περαματάρη που πιθανότητα μετέφερε με το πλοιάριό του ,τους κατοίκους της Αττικής στην απέναντι πειραϊκή παραλία και αντίθετα. Το αρχικά προσηγορικό (Πειραιεύς) εξελίχθηκε σε τοπωνυμικό και με την εναλλαγή του ε σε ει διαμορφώθηκε στον τελικό τύπο Πειραιεύς.
Στη ζωντανή, άλλωστε γλώσσα του λαού, έχει επιβιώσει ως τις μέρες μας και ο αρχικός τύπος του τοπωνυμίου (Περαίας, Περαιάς). Κατ' άλλους το τοπωνύμιο ετυμολογείται από τη λέξη πέραν, αφού ο Πειραιάς, είτε όταν ήταν νησί, αποκομμένο από την υπόλοιπη Αττική, είτε μετά από την επανασύνδεσή του, επειδή μεσολαβούσε ο βάλτος του Αλιπέδου, βρισκόταν "πέραν της ακτής" και χαρακτηριζόταν "νησιάζων".
Ο Πειραιάς κατοικήθηκε γύρω στα μέσα της 3ης π.Χ. χιλιετηρίδας. Η άποψη αυτή ενισχύεται από κατάλοιπα πρωτοελλαδικών οικισμών που ανακαλύφθηκαν στην Παλαιά Κοκκινιά και το Κερατσίνι και τοποθετούνται χρονικά ανάμεσα στο 2600 και το 1900 π.Χ. σε συσχετισμό με άλλα ευρήματα της ίδιας εποχής (ερείπια κτισμάτων, εργαλεία) στην περιοχή της Μουνιχίας και τη Σταλίδα (νησάκι του Κουμουνδούρου). Ως πρώτοι κάτοικοι του Πειραιά αναφέρονται, εκτός από τους Πελασγούς και άλλοι γνωστοί προϊστορικοί κάτοικοι του Ελλαδικού χώρου (Κάρες, Λέλεγες, Κρήτες, Θράκες, Φοίνικες) και κυρίως οι Μινύες, οι οποίοι ήταν οι περισσότερο προηγμένοι από όλους, με πολλές ικανότητες και τεχνικές γνώσεις, εκπληκτικές για την εποχή τους. Οι τελευταίοι, ιωνικής πιθανόν καταγωγής, προέρχονταν από τον Ορχομενό της Βοιωτίας και εγκαταστάθηκαν στον Πειραιά στα τέλη του 13ου ή τις αρχές του 12ου αιώνα π.Χ., μετά τη θρακική εισβολή στον τόπο τους. 'Έμπειροι ναυτικοί καθώς ήταν βρήκαν στο φυσικό λιμενίσκο της Μουνιχίας (το σημερινό Μικρολίμανο) το κατάλληλο ορμητήριο, ενώ ο οικισμός τους αναπτύχθηκε στον ομώνυμο λόφο (τον γνωστό σήμερα ως λόφο του Προφήτη Ηλία). Ο λόφος αυτός παραχωρήθηκε, κατά την παράδοση, στους Μινύες από τον βασιλιά της Αθήνας Μούνιχο και γι' αυτό ονομάστηκε Μουνιχία, ενώ άλλοι αποδίδουν το τοπωνύμιο σε ομώνυμο αρχηγό ή ήρωα των Μινύων. Στη κορυφή του λόφου ή κατά μία άλλη εκδοχή σε μικρό ύψωμα, αριστερά στον εισερχόμενο στο λιμενίσκο της Μουνιχίας, όπου έχει ανεγερθεί το εντευκτήριο "Ναυτικού Ομίλου Ελλάδος", ίδρυσαν οι Μινύες το ιερό της "Μουνιχίας Αρτέμιδος". Οι Μινύες, που, ας σημειωθεί, είχαν ειδικευτεί στην κατασκευή υπογείων διαβάσεων (σηράγγων), υπονόμων και άλλων τεχνικών έργων, άφησαν ως τις μέρες μας, σημάδια, στο πέρασμά τους από τον πειραϊκό χώρο. Εκτός από την ισοπέδωση του λόφου της Μουνιχίας και τα λαξευτά, μέσα σε βράχους κατασκευάσματα, που ο λαός ονόμαζε παλαιότερα "Θεόσπιτα", δύο σημαντικά για την εποχή τους τεχνικά έργα, μαρτυρούν το πέρασμά τους από τον τόπο : Η γνωστή ως "Σπηλιά της Αρετούσας" στον λόφο της Μουνιχίας και το "Σηράγγιο", γνωστό (παλαιότερα) ως "Σπηλιά του Παρασκευά".
Εκτός από τον προϊστορικό οικισμό των Μινύων, στον λόφο της Μουνιχίας, στους προϊστορικούς καιρούς αλλά και αργότερα, ως τους ιστορικούς χρόνους, υπήρχε στον Πειραιά και ένας "σύνδεσμος" ή "ένωση" κοινοτήτων με θρησκευτικό κυρίως χαρακτήρα και κοινό ιερό: Το "Τετράκωμον Ηράκλειων". Οι τέσσερις "κώμες" που συγκροτούσαν την ιδιόμορφη κοινοτική "ένωση" του "Τετρακώμου" ήταν ο Πειραιεύς , το Φάληρο η σημαντικότερη τότε, που οι Αθηναίοι χρησιμοποιούσαν ως "επίνειο" και που η ονομασία του προήλθε από τοπικό ήρωα και, κατά την παράδοση, έναν από τους Αργοναύτες, τον Φάληρο (ή Φαληρό) οι Θυμαιτάδαι (ή Θυμοιτάδαι), το σημερινό Κερατσίνι και η Ξυπέτη (ή Ξυπετή) που η θέση της τοποθετείται ανάμεσα στην Παλαιά Κοκκινιά και τον Κορυδαλλό, ίσως στη σημερινή Νίκαια. Η λατρεία του Ηρακλή ήταν ο συνδετικός κρίκος της ιδιόμορφης αυτής κοινοτικής ένωσης, που επιβίωσε σε "μάκρος αιώνων" και το κοινό ιερό των "Τετρακώμων" βρισκόταν, κατά την επικρατέστερη άποψη, στην σημερινή συνοικία Καμίνια.
Ο Πειραιάς, αν και είχε κατοικηθεί από τα νεολιθικά χρόνια, εμφανίζεται ουσιαστικά στο προσκήνιο λίγο πριν από τους Περσικούς πολέμους, όταν ο Θεμιστοκλής αποφάσισε να οχυρώσει τα τρία λιμάνια του, τον Κάνθαρο, τη Ζέα και τη Μουνιχία. Γιατί ο Πειραιάς έμενε στην αφάνεια για αιώνες; «Είναι πολύ πιθανό ότι (πληροφορία που παραδίδεται από τον Στράβωνα και όπως φαίνεται να δηλώνει το όνομά του) ο Πειραιάς ήταν αρχικά ένα ξερονήσι στον μυχό του Σαρωνικού. Η θάλασσα και στη συνέχεια το έλος που χώριζε το ξερονήσι αυτό από την υπόλοιπη Αττική στάθηκε για πολλούς αιώνες εμπόδιο στην επικοινωνία του με την Αθήνα, η οποία χρησιμοποιούσε το πολύ πλησιέστερο Φάληρο».
ΤΟΠΟΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ
Από τη στιγμή όμως που ο Πειραιάς, στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ., παίρνει τη θέση του επινείου της Αθήνας, μετατρέπεται «σε τόπο συνάντησης των εμπόρων της οικουμένης, πρώτο διεθνές τραπεζικό κέντρο και χρηματιστήριο εμπορευμάτων και ναύλων, και συγχρόνως σε ένα ταχύτατα αναπτυσσόμενο κέντρο βιοτεχνικής δραστηριότητας. Μαζί δε με το αργυρομετάλλευμα του Λαυρίου θα αποτελέσει την πλουσιότερη πηγή εσόδων για το κρατικό ταμείο».
Σπουδαίος ήταν όμως και ο πολιτικός του ρόλος, καθώς στο μεγάλο λιμάνι δημιουργήθηκε μια μεγάλη ισχυρή τάξη, των κωπηλατών, που λειτούργησε ως εγγύηση για τη διατήρηση των πρώτων δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων, αλλά και ως δύναμη ώθησης για την ολοκλήρωση της δημοκρατίας.
Στα ελληνιστικά χρόνια που ακολούθησαν την κλασική περίοδο της ακμής, ο Πειραιάς αποτέλεσε μαζί με τη Δημητριάδα, τη Χαλκίδα και την Κόρινθο ένα από τα οχυρά πάνω στα οποία στηρίχτηκε η μακεδονική κυριαρχία. Λόγω μάλιστα της εγκατάστασης της μακεδονικής φρουράς, αποκόπηκε για ένα διάστημα από την πολιτική, οικονομική και θρησκευτική ζωή της Αθήνας, και περιορίστηκε η σημασία του σε τοπικό επίπεδο.
ΑΝΤΙΡΩΜΑΪΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ
Την αρχή του τέλους για τον Πειραιά σήμανε η καταστροφή που υπέστη το λιμάνι από τον Σύλλα το 86 π.Χ. αφού αποτελούσε ως τότε δημοκρατική εστία αντιρωμαϊκής αντίστασης.
Με την αναγέννηση που συνόδευσε την εποχή του Αδριανού, αλλά και τη σκιαγράφηση της ιστορικής πορείας του Πειραιά, με τα λιγοστά στοιχεία που υπάρχουν, ως και τη βυζαντινή περίοδο, κλείνει το διαχρονικό αυτό ταξίδι.
Η γνωριμία όμως με τον αρχαίο κόσμο δεν σταματά εκεί, αφού στο δεύτερο μέρος ο αναγνώστης μπορεί μέσω των κειμένων και του φωτογραφικού υλικού να ανακαλύψει τον Πειραιά μέσα από τα ερείπιά του και να περιπλανηθεί σαν να έκανε μια πραγματική βόλτα ανάμεσά τους.
Ο αρχαιολογικός περίπατος ξεκινά από τα οχυρωματικά τείχη, την «πράξη ίδρυσης του Πειραιά από τον Θεμιστοκλή», όπως έχει χαρακτηριστεί, που ξεκίνησαν να χτίζονται το 493 π.Χ.
Όπως εξηγεί ο κ. Σταϊνχάουερ « η οχυρή είσοδος του Πειραιά και οι πύλες που αντίκριζε κανείς ερχόμενος από την Αθήνα μέσω της Αμαξιτής οδού ή των Μακρών Τειχών, πρέπει να αποτελούσε μια συγκλονιστική εμπειρία, για το δέος που προκαλούσε το μέγεθος και η ισχύς της.
Τα ερείπια της οχύρωσης είναι, εξάλλου, σήμερα όχι μόνο το αρχαιότερο, αλλά και το καλύτερα σωζόμενο μνημειακό σύνολο της αρχαιότητας, έτσι ώστε να προσδιορίζει ακόμη την όψη της σύγχρονης πόλης γι' αυτόν που πλησιάζει τον Πειραιά από τη θάλασσα ή από τη μεριά της Αθήνας».
ΠΑΡΑΚΜΗ
Η πορεία του αρχαίου Πειραιά στάθηκε κοινή με την πορεία της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Θα την ακολουθήσει στο μεσουράνημα της, στον περίφημο "χρυσούν αιώνα". Θα δεχθεί μαζί της το πρώτο πλήγμα, στον Πελοποννησιακό πόλεμο (431-404 π.Χ.). Θα συνέλθει κάπως με την αποκατάσταση της δημοκρατίας (403 π.Χ.) που η προσπάθεια για αυτήν ,από εδώ από τον λόφο της Μουνιχίας, με τον Θρασύβουλο θα ξεκινήσει. Και τελικά θα την παρακολουθήσει στην πορεία προς την οριστική παρακμή, αργά μα σταθερά από τους Μακεδονικούς χρόνους, για να δεχθεί το θανάσιμο χτύπημα με την εισβολή των Ρωμαίων και την καταστροφή από τον Σύλλα, το 85 π.Χ. Μετά την καταστροφή η πόλη περιορίστηκε "εις ολίγην κατοικίαν", κοντά στο λιμάνι.
Και στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες γράφτηκε ο θλιβερός επίλογος της ιστορίας του αρχαίου Πειραιά . Από το 395 π.Χ., με την τελευταία εισβολή των Γότθων, αρχίζει η μεγάλη περίοδος της πειραϊκής παρακμής, που θα διαρκέσει δεκαπέντε περίπου αιώνες, ως την εθνική μας αποκατάσταση. Στην περίοδο, αυτή η πόλη δεν υπήρξε. Αν δημιουργήθηκαν ευκαιριακά πάντα κάποιες μικρές "εστίες" ζωής, δεν γνωρίζούμε. Το λιμάνι του Πειραιά χρησιμοποιήθηκε, βέβαια, κατά καιρούς, ως ορμητήριο του βυζαντινού στόλου ή των πειρατικών πλοίων, που τότε όπως και αργότερα λυμαίνονταν το Αιγαίο.
Αλλά για κάποια, έστω και περιορισμένη, λιμενική κίνηση, δεν μπορεί να γίνει λόγος. Κι από το 1318 μ.Χ. ο Πειραιάς έχασε και το αρχαίο όνομά του. 'Εγινε το "PORTO LEONE", το "PORTO DRACO" των Φράγκων και από το 1456 το "Ασλάν λιμάνι" των Τούρκων (λιμάνι λέοντος), από το μαρμάρινο άγαλμα Λέοντος, που βρισκόταν περίπου στη θέση όπου χτίστηκε αργότερα το Παλαιό Δημαρχείο (Ρολόι) και το οποίο "απήγαγε" το 1688, στη διάρκεια της γνωστής εκστρατείας του κατά των Αθηνών, ο Φρ. Μοροζίνι και μετέφερε στο Ναύσταθμο της Βενετίας, όπου εξακολουθεί να βρίσκεται. Το άγαλμα του Λέοντος, του οποίου δεν γνωρίζουμε ούτε τον γλύπτη που το φιλοτέχνησε, ούτε τον χρόνο της κατασκευής του, ή, έστω, της τοποθέτησής του στον Πειραιά, "με το υπερφυσικόν μέγεθος, με την ανθρωπίνην μορφήν και τας μυστηριώδεις επιγραφάς αποτελεί όπως εύστοχα παρατηρεί ο Ιωάννης Αλ Μελετόπουλος και θα αποτελέσει ίσως εσαεί ένα από τα άλυτα μυστήρια της ιστορίας...".
Επειδή όμως το άγαλμα αυτό έχει συνδεθεί άρρηκτα με μια μακρά ιστορική περίοδο της πόλης, οι Πειραιώτες δεν έπαψαν να διεκδικούν την επιστροφή του. Επανειλημμένα διαβήματα έγιναν, κατά το περελθόν, από το Δήμο και άλλους τοπικούς συλλογικούς φορείς, χωρίς αποτέλεσμα. Τελευταία, με τη συγκρότηση της "Συντονιστικής Επιτροπής για την επιστροφή του Λέοντος του Πειραιώς" το θέμα ήρθε και πάλι στο προσκήνιο της επικαιρότητας. Η Επιτροπή, με τη συγκέντρωση με "χορηγίες" του απαραίτητου χρηματικού ποσού προχώρησε στην κατασκευή πιστού μαρμάρινου αντιγράφου του αγάλματος, που φιλοτέχνησε ο γλύπτης Γ. Μέγκουλας, με στόχο μα προσφερθεί τούτο στη Βενετία για την επιστροφή του πρωτοτύπου. Ο "νεότευκτος' αυτός Λέων τοποθετήθηκε προσωρινά σε καίρια θέση του Κεντρικού Λιμένα, με τη φροντίδα και με δαπάνες του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς.
Σε όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η ερήμωση και η εγκατάλειψη εξακολουθούν να είναι τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του πειραϊκού χώρου. Στο σημείο αυτό συμφωνούν όλοι οι περιηγητές που επισκέφθηκαν τότε τον Πειραιά. Το λιμάνι του χρησιμοποιήθηκε σε αραιά χρονικά διαστήματα και για ελάχιστες εμπορικές συναλλαγές. Μόνη "εστία" ζωής, την περίοδο αυτή, το Μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα, που ιδρύθηκε, σύμφωνα με νεότερες και περισσότερο τεκμηριωμένες απόψεις, γύρω στα 1590 με τους ελάχιστους μοναχούς του ισχνές παρουσίες μέσα σ' αυτό το περίεργο "σκηνικό" διάκοσμο της γενικής ερημιάς και μόνος επώνυμος κάτοικος ο ιδιόρυθμος Γάλλος έμπορος Καυράκ, που είχε εγκατασταθεί σ' ένα σπίτι, στην πειραϊκή παραλία, γύρω στα μέσα του δεκάτου ογδόου αιώνα, ενώ την όλη εικόνα της παρακμής του άλλοτε ένδοξου "επινείου" συμπλήρωνε η κωμικοτραγική "φιγούρα" του Τούρκου τελωνοφύλακα που αποτελούσε κατά τον CHATAUBRIAND "θλιβερόν παράδειγμα ηλιθίου υπομονής που ανέμενε να παρέλθουν μήνες ολόκληροι δια να ιδεί καταπλέον κανένα πλοίο...".
ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ
Όπως και να έχει αυτή η γη δεν ξεχάστηκε τελείως. Υπήρχαν τουλάχιστον αποτυχημένες προσπάθειες για τη δημιουργία μιας νέας πόλης με ξένο πληθυσμό: το 1792 από την εγκατάσταση των υδραίων και μετά την καταστροφή του ανεξάρτητου τομέα από την εγκατάσταση των Ψαριανών το 1825. Οι προσπάθειες αυτές απέτυχαν εξαιτίας της άρνησης των Αθηναίων.
Γι αυτό, θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι το 1829 όπου η περιοχή κατοικήθηκε ξανά κυρίως από κατοίκους της Χίου. Αλλά η ανάπτυξη ήταν αργή: Μεταξύ των προυχόντων ήταν και ο διάσημος Γιαννάκος Τσελεπής που έδωσε το όνομά του στην Ακτή Τσελέπη.
Ο Πειραιάς ήταν μια μικρή πόλη με λίγα σπίτια. Υπήρχαν μόνο κάποια σπίτια ψαράδων με λίγα κτίρια αγροτών στη γύρο περιοχή, και το μοναστήρι του αγίου Σπυρίδωνα κατεστραμμένο.
Την ώρα που ο αριθμός των κατοίκων από διάφορα μέρη της Ελλάδας σιγά σιγά αναπτύσσονταν από το 1830 έως το 1834, ο Κλεάνθης και ο Σόουμπερτ ακολούθησαν το σύστημα του Ιππόδαμου και δημιούργησαν το σχέδιο της πόλης, το οποίο εγκρίθηκε από τον αρχιτέκτονα Κλένζ και Ρετζεντ. Σύμφωνα με αυτό η νέα πόλη αναπτυσσόταν ανατολικά και δυτικά του δρόμου Πειραιώς-Αθηνών (σημερινή οδός Γούναρη) σε νεοκλασικό στιλ με ελεύθερους χώρους και δενδροφυτευμένες λεωφόρους τονίζοντας τον εμπορικό της προορισμό. Δυστυχώς αυτό το πολύ καλό σχέδιο δεν ολοκληρώθηκε τελείως γιατί ήταν πολύ επαναστατικό για την εποχή του.
Αλλά πρέπει να περιμένουμε ένα χρόνο όταν το 1835 δημιουργήθηκαν οι δήμοι. Εκείνη τη στιγμή ο Πειραιάς είχε 300 κατοίκους. Στο τέλος αυτού του χρόνου ο πρώτος δήμαρχος ορκίστηκε στην παλαιά κατεστραμμένη εκκλησία του αγίου Σπυρίδωνα.
ΠΡΩΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ
Στα τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα το "θαύμα" της αναδημιουργίας είχε ολοκληρωθεί. Με την οριστική διαμόρφωση της πόλης, αρχικά σύμφωνα με το άριστο, για την εποχή του, πολεοδομικό σχέδιο των ΚΛΕΑΝΘΗ SCHAUBERT KLENZE και αργότερα με τις αναγκαίες τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του. Με την οικοδόμηση πολλών δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων, που ξεχώριζαν για την καλαισθησία τους και από τα οποία ελάχιστα διασώθηκαν ως τις μέρες μας.
Με την ανάπτυξη του εμπορίου και της βιομηχανίας. Και με τη σταθερή αύξηση του πληθυσμού της πόλης που έφτασε το 1896 τους 51.020 κατοίκους. Εκτός από τα πρώτα δημόσια κτίρια, που οικοδομήθηκαν αμέσως μετά την ίδρυση του Δήμου (Τελωνείο, Λοιμοκαθαρτήριο, Κρατικές Αποθήκες στην οδό Ευπλοίας έργο του αρχιτέκτονα Κλεάνθη , κτίριο της Σχολής Ευελπίδων, η οποία λειτούργησε στον Πειραιά από το 1837 έως το 1894 κ.α.), έως τα τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα είχαν επίσης χτιστεί όλα τα απαραίτητα σχολικά κτίρια ("Ράλλειο Παρθεναγωγείο", "Ιωνίδειες Σχολές" Γυμνάσιο στην πλατεία Κοραή και πολλά δημοτικά σχολεία) το μέγαρο του Χρηματιστηρίου, το γνωστό ως "Ρολόι" (1869-73).
Από το 1885 εγκαταστάθηκε το δημαρχείο (και που η κατεδάφιση του το 1968, χαρακτηρίστηκε ως πράξη ασέβειας προς την πειραϊκή ιστορική μνήμη), το Δημοτικό Θέατρο (1884-95), σε σχέδιο του αρχιτέκτονα Ι. Λαζαρίμου και σε λιτή νεοκλασική γραμμή, που είναι και σήμερα το ωραιότερο δημόσιο κτίριο του Πειραιά, το κτίριο του παλαιού (1899-1901) και πολλοί ιεροί ναοί (Αγίου Σπυρίδωνα, Αγίου Νικολάου, Αγίου Κωνσταντίνου, Ευαγγελιστρίας στη σημερινή του μορφή , Αγίας Τριάδας, στην αρχική του μορφή, που με διάφορες προσθήκες διατηρήθηκε ως την καταστροφή της το 1944). Τέλος, με δωρεές των μεγάλων ευεργετών του τόπου, είχαν ιδρυθεί τα κοινωφελή ιδρύματα, που και σήμερα συνεχίζουν τη λειτουργία τους ('Τζάνειο Νοσοκομείο", "Ζάννειο Ορφανοτροφείο Αρρένων", "Γηροκομείο", ""Χατζηκυριάκειο Ορφανοτροφείο Θηλέων" κ.α.).
Στο λιμάνι, που επί 75 χρόνια , με τα αρμόδια για την διοίκησή του νομικά πρόσωπα ("Επιτροπείες") βρισκόταν ουσιαστικά υπό τον έλεγχο του Δήμου, είχαν εκτελεστεί τα πρώτα απαραίτητα λιμενικά έργα, που παρείχαν τη δυνατότητα να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της λιμενικής κίνησης της εποχής, που έφτανε περίπου τα 2500 πλοία και τους 1.500.000 τόνους εμπορευμάτων τον χρόνο κσι από το 1898 είχε αρχίσει η κατασκευή των δύο εξωτερικών μόλων και των Μονίμων Δεξαμενών. Τα λυχνάρια που φώτιζαν τον Πειραία, τα πρώτα χρόνια, αντικαταστάθηκαν διαδοχικά με τις λάμπες πετρελαίου, το φωταέριο (1878) και από τις αρχές του 20ου αιώνα (1903-04) σταδιακά με τον ηλεκτρισμό. τη φτώχεια και τον μαρασμό, την ανυπαρξία οικονομικής ζωής, διαδέχθηκε η ακμή και η άνθηση με τα πρώτα εργοστάσια (βασιλειάδη, Τζων Μακ Δουάλ και Βάρβουρ, Ρετσίνα, Βολανάκη, Δηλαβέρη, Μεταξά, Μπαρμπαρέσου κ.α.) και τους μεγάλους εμπορικούς οίκους. Στον πνευματικό και καλλιτεχνικό τομέα σημειώθηκε αξιόλογη κίνηση. Και καθώς ανέτελλε ο 20ος αιώνας, που έμελλε να σταθεί μια ταραγμένη και κοσμογονική εποχή, που άλλαξε, κυριολεκτικά, τη ροή της ιστορίας, ο Πειραιάς είχε οριστικά κερδίσει τη μάχη της αναδημιουργίας και της προκοπής του. Είχε αναδειχθεί στο πρώτο λιμάνι και στην δεύτερη πόλη της Ελλάδας. Κι ακόμη ευρύτερη διαγραφόταν η προοπτική για τα χρόνια που θα ακολουθούσαν όπως και έγινε, με την εκπληκτική εξέλιξή του, στη διαδρομή του εικοστού αιώνα και ως τις μέρες μας.
ΑΝΑΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ
Το 1829, όταν ακούγονταν οι τελευταίοι απόηχοι από τους κρότους των αρμάτων του οχτάχρονου εθνικού ξεσηκωμού και μέσα από τα χαλάσματα και τ' αποκαΐδια ξεπρόβαλλε η αρτιγέννητη "Ελληνική Πολιτεία", όλα έδειχναν πως δεν θα αργούσε να ξανανθίσει η ζωή στον έρημο αυτό τόπο. Και "η θέσις, η καλούμενη Πειραιεύς" των τελευταίων επαναστατικών χρόνων θ' ανασυρόταν από την αφάνεια των αιώνων της παρακμής κι αποβάλλοντας οριστικά τα ξενικά της ονόματα, θα αποκτούσε πάλι την παλιά της αίγλη. 'Όπως και έγινε σε μία σύντομη σχετικά χρονική διαδρομή, που καλύπτει τις έξι τελευταίες δεκαετίες του δεκάτου ενάτου αιώνα με το θαύμα της δημιουργίας του νεότερου Πειραιά.
Στη νεότερη ιστορική πορεία του Πειραιά δύο χρονολογίες σημαδεύουν καθοριστικά το επικό ξεκίνημα για τη δημιουργία: το 1829 και το 1835. Το 1829 φτάνουν στον τόπο αυτό οι πρώτοι νέοι του κάτοικοι πέντε τον αριθμό κι ανάμεσά τους ο Γιαννακός Τζελέπης, που η ιστορική μνήμη διασώζει ως τις μέρες μας το όνομα του στην ομώνυμη ακτή. Και το 1835 ιδρύεται ο Δήμος Πειραιώς, με πρώτο δήμαρχο τον Υδραίο Κυριάκο Σερφιώτη. Εν τω μεταξύ, μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους από το Ναύπλιο στην Αθήνα (1834) και τη διαγραφόμενη πλέον προοπτική για μελλοντική ανάπτυξη του πειραϊκού λιμένα, αρχίζει να εκδηλώνεται εντονότερο το ενδιαφέρον για τον εποικισμό του Πειραιά από τους ανθρώπους που προέρχονταν από όλα τα σημεία του ελληνικού χώρου, με σταθερή αύξηση από χρόνο σε χρόνο του αριθμού τους.
Οι άνθρωποι αυτοί που, όπως αποδείχθηκε στην πράξη, διέθεταν και ικανότητες και δυνατότητες, αποτέλεσαν το δυναμικό "πυρήνα" του πληθυσμού της νέας πόλης. Στις υπεράνθρωπες προσπάθειές τους οφείλει, κυρίως, ο Πειραιάς την αναδημιουργία του και την ανάδειξη του τελικά στο σπουδαιότερο εμποροναυτιλιακό κέντρο της χώρας. Και ακόμα στο γεγονός ότι είχε την τύχη, στη διάρκεια του δεκάτου ενάτου αιώνα, να κατευθύνουν τις τύχες του άνθρωποι δραστήριοι και δημιουργικοί, με ευρύτητα οραματισμών, που αγάπησαν τον τόπο και έθεσαν τις βάσεις για την μελλοντική προκοπή του. Οι φωτισμένοι πρώην δημοτικοί άρχοντες του νεότερου Πειραιά υπήρξαν κατά πάντα άξιοι και με ευγνωμοσύνη αναφέρεται σ' αυτούς η τοπική ιστορική μνήμη: Κυριάκος Α. Σερφιώτης (δήμαρχος από το 1835 - 41), Πέτρος Σ. Ομηρίδης (1841-45, 1848-54), Αντώνιος Θεοχάρης (1845-48), Λουκάς Δ. Ράλλης (1855-66), Δημήτριος Α. Μουτζόπουλος (1866-74), Τρύφων Α. Μουτζόπουλος (1874-83, 1895-1903), Αριστείδης Σκυλίτσης (1883-87), Θεόδωρος Γ. Ρετσίνας (1887-95).
Παράλληλα όμως με τις προσπάθειες των πρώτων "εποίκων" και τη σημαντική συμβολή των δημιουργικών δημάρχων και ορισμένα γεγονότα, ως τα τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα, συνέβαλαν αποφασιστικά στην εξέλιξη του Πειραιά και στην ανάδειξή του σε πρώτο λιμάνι της χώρας, θέση που επί πενήντα χρόνια διεκδίκησε πεισματικά από τη Σύρο, το σπουδαιότερο ναυτιλιακό κέντρο της εποχής. Ενδεικτικά σημειώνουμε από τα γεγονότα αυτά τη σιδηροδρομική σύνδεση με την Αθήνα, το 1869 και αργότερα, προς τα τέλη του αιώνα, με τις άλλες πόλεις της Ελλάδας, τις πρώτες αξιόλογες προσπάθειες για τη βιομηχανική ανάπτυξη του τόπου, που χρονικά πρέπει να τοποθετηθούν ανάμεσα στο 1860 και το 1870 και τη διάνοιξη της διώρυγας της Κορίνθου, το 1893, που έκανε πλεονεκτικότερη τη θέση του Πειραιά προς τη Δύση, σε συνδυασμό και με την οριστική στροφή της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας προς τον ατμό, γύρω στις αρχές του αιώνα μας.
ΤΟ ΘΑΛΑΣΣΙΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ