ΕΜΠΟΡΙΟ

 

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

Η Αθήνα υπήρξε κατά πολλούς η σημαντικότερη πόλη του Αρχαίου Ελληνικού κόσμου. Ελάχιστοι όμως είναι αυτοί που έχουν συνειδητοποιήσει την αξία που έδωσε ο Πειραιάς στο κλεινόν άστυ. Το φυσικό λιμάνι στο νότο της Αθήνας έδωσε σε αυτήν τη δυνατότητα και τη δύναμη να αναπτυχθεί σημαντικά στη ναυτιλία και το εμπόριο και να δημιουργήσει έναν ισχυρότατο στόλο. Ο Πειραιάς, βρίσκεται στη βραχώδη χερσόνησο του Σαρωνικού κόλπου και χάρη στη φυσική του διαμόρφωση διαθέτει τρία λιμάνια. Το μεγαλύτερο από αυτά είναι ο Μέγας Λιμήν ή Κάνθαρος, το δεύτερο είναι η Ζέα και το τρίτο και μικρότερο το λιμάνι της Μουνιχίας.

 

Το 510 περίπου π.Χ. ο τύραννος Ιππίας θέλησε να οχυρώσει το λόφο της Μουνιχίας για να εγκαταστήσει εκεί την έδρα της εξουσίας του, όμως εξορίστηκε πριν προλάβει να πραγματοποιήσει τη μεταφορά αυτή. Με τις πολιτειακές αλλαγές που έκανε ο Κλεισθένης το 508 π.Χ. και 507 π.Χ., ο δήμος του Πειραιά μαζί με τους γειτονικούς δήμους αποτέλεσαν μια τριττύ που ανήκε στην Ιπποθοωντίδα φυλή. Σύμφωνα με το Θουκυδίδη, ο Θεμιστοκλής πρώτος το 492 π.Χ. «είχε την τόλμη να προτείνει στους Αθηναίους να στραφούν προς τη θάλασσα και, ενεργώντας με αυτόν τον τρόπο, έθεσε τις βάσεις για την ηγεμονία τους. Ακολουθώντας την πολιτική αυτή οι Αθηναίοι έχτισαν τείχη γύρω από τον Πειραιά…». Η αρχική πρόταση του Θεμιστοκλή είχε σκοπό να στρέψει προς τα κει την προσοχή των Αθηναίων ώστε να μεταφέρουν το κέντρο του αθηναϊκού υπερπόντιου εμπορίου και τον πολεμικό ναύσταθμο της πόλης, που προηγουμένως ήταν στο Φάληρο.

 

 

ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ

 

Οι Αθηναίοι, λίγο πριν από τη ναυμαχία της Σαλαμίνας ανακάλυψαν στο Λαύριο πλούσια φλέβα μεταλλεύματος η οποία συντέλεσε σημαντικά στην ενίσχυση των δημόσιων οικονομικών. Από την ενοικίαση σε ιδιώτες του δικαιώματος εκμετάλλευσης, η πολιτεία αποκόμισε σημαντικά κεφάλαια, τα οποία, κατά τα δημοσιονομικά έθιμα της εποχής, έπρεπε να διανείμει μεταξύ των πολιτών. Όμως ο Θεμιστοκλής, επεμβαίνοντας στην κατάλληλη στιγμή και με την ευρύτητα της σκέψης που τον χαρακτήριζε, συμβούλευσε τους Αθηναίους αντί να ξοδέψουν με αυτόν τον τρόπο τα χρήματα, να τα δαπανήσουν για την ενίσχυση της ναυτικής δύναμης και την κατασκευή νέου, ασφαλούς λιμανιού. Μάλιστα επέμενε στην ενίσχυση της ναυτικής δύναμης της πολιτείας γιατί φοβόταν εκδίκηση των Περσών μετά από την ήττα τους στο Μαραθώνα και γιατί θεωρούσε τη ναυτική ισχύ ως το μόνο μέσο σωτηρίας των Αθηναίων.

 

 

ΠΕΡΙΚΛΗΣ

 

Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς άρχισαν τα έργα και αν η εντολή της ρυμοτομίας της πόλης δόθηκε στον Ιππόδαμο από τον Θεμιστοκλή ή τον Περικλή. Πάντως ο Ιππόδαμος ήταν έμπειρος στα πολεοδομικά και τα λιμενικά. Η εκτέλεση όλου του έργου φαίνεται ότι διήρκεσε 60 χρόνια και κλήθηκαν πολλοί ειδικοί από όλη την Ελλάδα. Στην ανέγερση των τειχών οι Αθηναίοι επέδειξαν οικονομική και τεχνική υπεροχή ενώ στη ρυμοτομία λήφθηκε υπόψη και η μελλοντική ανάπτυξη νέων οικισμών. Με λίγα λόγια η ανάπτυξη του Πειραιά έγινε με εξαιρετικό τρόπο και σχέδιο που όχι μόνο ήταν λειτουργικό αλλά λάμβανε υπόψη και μελλοντικές εξελίξεις. Κατά την περίοδο αυτή πραγματοποιούνται τα σχέδια του Θεμιστοκλή. Ανεγείρονται καλλιτεχνικά οικοδομήματα για τη στέγαση διάφορων οικονομικών υπηρεσιών και τη αποθήκευση εμπορευμάτων, κυρίως σιταριού.

 

Στον Πειραιά διαμορφωνόταν η διεθνής χρηματιστηριακή τιμή των ειδών. Εκεί γίνονταν οι ναυλώσεις για μεγάλα ταξίδια και το κλείσιμο μεγάλων δουλειών. Εκεί υπήρχαν πλοία έτοιμα για πώληση. Μέσω του Πειραιά η Αθήνα επικοινωνούσε με όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Στην εποχή του Περικλή αναδείχθηκε σε ωραία και εμπορική πόλη. Τότε μάλιστα κατασκευάστηκε και η Αγορά.

 

Η εξέχουσα γεωγραφική του θέση στον αρχαίο κόσμο, η οξυδέρκεια των πολιτικών αρχηγών και το επιχειρηματικό πνεύμα των κατοίκων, κυρίως όμως η άριστη φυσική διαρρύθμιση των λιμανιών του, που παρουσίαζαν ιδεώδες καταφύγιο για τα πλοία, κατέστησαν τον Πειραιά κέντρο οικονομικής αλλά και πολιτιστικής κίνησης, που δύσκολα έβρισκε όμοιό του στον αρχαίο κόσμο. Η κίνηση αυτή, λοιπόν, έρχεται από τον 5ο αιώνα με το Θεμιστοκλή, τον εμπνευστή και θεμελιωτή της ναυτικής δύναμης της Αθήνας, κορυφώνεται με τον Περικλή και συνεχίζεται όλο τον 4ο αιώνα. Στα 200 αυτά χρόνια ο Πειραιάς ήταν ο εμπορικός σταθμός και το κέντρο όλης της Ελλάδας, η αποθήκη όπου συγκεντρώνονταν τα προϊόντα από τους διάφορους τόπους παραγωγής τόσο για την τοπική κατανάλωση όσο και για τη διοχέτευση σε άλλες αγορές.

 

Ο Πειραιάς υπήρξε το μεγαλύτερο πλουτοπαραγωγικό στοιχείο της Αρχαίας οικονομίας στην Αττική. Τα εισοδήματα που προέρχονταν από το εμπόριο του λιμανιού και την εκμετάλλευση των μεταλλείων του Λαυρίου, ήταν τα μεγαλύτερα του κρατικού προϋπολογισμού. Έτσι εξηγείται πώς αυτός ο σχετικά άγονος και περιορισμένος τόπος κατόρθωσε χάρη στη θέση του και την οικονομική αντίληψη των κατοίκων όχι μόνο να επιβληθεί σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο αλλά και να παρουσιάσει μια ανώτερη μορφή τέχνης και να φτάσει στην κορυφή της προόδου της ανθρώπινης διανόησης. Η ολοκλήρωση της οικονομικής δραστηριότητας του Πειραιά και της φήμης του ως μεγάλου λιμανιού συντελέσθηκε μέσω της κυριαρχίας στις θάλασσες. Η ανάπτυξη της ναυτιλίας και της ναυπηγίας αντιστάθμισαν το ελάττωμα της άγονης αττικής γης. Η ισορροπία αποκαταστάθηκε και ο Πειραιάς ανέλαβε πλέον, μέσω μιας συστηματικής εμπορικής πολιτικής να συγκεντρώνει το μονοπώλιο ορισμένων εμπορευμάτων και πρώτων υλών και να καθίσταται πηγή ανάπτυξης του πολιτισμού των Αθηνών.

 

 

Η ΚΛΑΣΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΑΚΜΗΣ

 

Η μεγάλη αυτή οικονομική ανάπτυξη του Πειραιά ήταν ωφέλιμη στους Αθηναίους. Απασχολούσε μεγάλο αριθμό εργατικών χεριών και εξασφάλιζε την πολιτική υπεροχή των Αθηνών έναντι των άλλων πόλεων. Επίσης, η εμπορευματική κίνηση του λιμανιού σε συνδυασμό με τις τουριστικές επισκέψεις των ξένων εξασφάλιζε σταθερά εισοδήματα στον προϋπολογισμό του δήμου. Συνέπεια της οικονομικής αυτής άνθησης ήταν η εμφάνιση στον Πειραιά διάφορων φαινομένων οικονομικού χαρακτήρα, τα περισσότερα από τα οποία γνώρισαν τελειότητα έκφρασης. Έτσι, λειτούργησε ένας άρτιος οργανισμός του λιμανιού, με ειδικούς χώρους για τελωνεία, αποθήκες εμπορευμάτων και ναυπηγεία, παράλληλα με τη λειτουργία Χρηματιστηρίου εμπορευμάτων, Τραπεζών, εργοστασίων επισκευής πλοίων, καταστημάτων ειδών ναυτιλίας κλπ.

 

 

ΤΡΑΠΕΖΕΣ

 

Την εμπορική κίνηση διευκόλυναν κατά πολύ και οι Τράπεζες, που μπορεί βέβαια να μη λειτουργούσαν με τη σημερινή μορφή, αλλά δεν έπαυαν να είναι οργανισμοί μεγάλης σημασίας για την οικονομική ζωή. Οι τραπεζίτες, που κατά τον 5ο αι. αντικατέστησαν τους αργυραμοιβούς, δέχονταν ιδιωτικές και δημόσιες καταθέσεις, διαχειρίζονταν περιουσίες και ιδιωτικές επιχειρήσεις, αναλάμβαναν την είσπραξη εσόδων, την πληρωμή δανείων ή την αποστολή χρημάτων και ακόμα παραχωρούσαν δάνεια είτε με εγγύηση είτε με ενέχυρο στους εμπόρους του Πειραιά.

 

 

ΑΝΘΡΩΠΟΙ

 

Στον Πειραιά κατέφθαναν και πολλοί ξένοι, είτε ως έμποροι είτε ως ταξιδιώτες που έρχονταν για να θαυμάσουν τις εγκαταστάσεις του λιμανιού αλλά και το άστυ. Όλους αυτούς η πόλη ήθελε να τους προσελκύσει, γιατί όσο περισσότεροι ήταν τόσο περισσότερα εμπορεύματα θα εισάγονταν και τόσο μεγαλύτερες εξαγωγές θα πραγματοποιούνταν. Επίσης, τόσο περισσότεροι θα γίνονταν μισθοφόροι και πιο πολλοί φόροι θα εισπράττονταν. Έτσι, την προσέλευση και παραμονή των ξένων διευκόλυνε με κάθε τρόπο, ακόμα και στην επιτέλεση των θρησκευτικών τους καθηκόντων! Οι ξένοι από τη μεριά ευχαρίστως έρχονταν να πουλήσουν τα εμπορεύματά τους στον Πειραιά γιατί ήξεραν ότι φεύγοντας θα έπαιρναν μαζί τους και ως νόμισμα την αθηναϊκή δραχμή που ήταν ιδιαίτερα ισχυρή σε όλες τις ξένες αγορές.

 

Η οικονομία της αρχαίας Ελλάδας ήταν κατά βάση γεωργική ενώ το εμπόριο διεξαγόταν τοπικά, μεταξύ των κατοίκων της ίδιας πόλης και των γειτονικών της. Υπήρχαν βέβαια και πόλεις με καθαρά εμπορικό χαρακτήρα όπως η Ρόδος, η Δήλος κτλ ή και με βιομηχανικό, όπως η Κόρινθος, η Αίγινα και τα Μέγαρα. Αλλά μόνο ο Πειραιάς είχε ανεπτυγμένους όλους ταυτόχρονα τους κλάδους του εμπορίου και της βιομηχανίας και μάλιστα σε βαθμό μεγαλύτερο από όλες τις άλλες πόλεις. Οι κύριοι βιομηχανικοί κλάδοι που αναπτύχθηκαν στον Πειραιά ήταν τέσσερις: η ναυπηγική, η αγγειοπλαστική, η υφαντουργία και η επεξεργασία μετάλλων για πολεμικούς κυρίως σκοπούς. Εκτός βέβαια από τους βιομηχανικούς κλάδους που έδωσαν μεγάλη οικονομική και εμπορική ώθηση στον Πειραιά, συνυπήρχαν και άλλοι δευτερεύοντες κλάδοι, τα βιοτεχνικά εργαστήρια. Αυτά ήταν απαραίτητα όχι μόνο για τις ανάγκες της βιομηχανικής, ναυτιλιακής και εμπορικής κίνησης, αλλά και για τις ανάγκες της ιδιωτικής ζωής των πολιτών. Έτσι, είχαμε οικονομικούς και ξυλουργικούς κλάδους, επιπλοποιεία, αρτοποιεία, βαφεία κτλ.

 

 

ΕΜΠΟΡΟΔΙΚΕΙΑ

 

Οι πιο συχνές δίκες αφορούσαν τα ναυτικά δάνεια, μια και οι κανόνες τους ήταν κάπως ιδιόμορφοι. Ο δανειστής δάνειζε με τόκο κατά πολύ υψηλότερο από τα συνήθη δάνεια, όμως υπέγγυο ήταν μόνο το συγκεκριμένο πλοίο με το οποίο επρόκειτο να πραγματοποιηθεί η μεταφορά του εμπορεύματος. Αν το πλοίο επέστρεφε σώο στο λιμάνι, τότε ο δανειστής εισέπραττε τόσο το κεφάλαιο όσο και τους τόκους. Αν όμως το πλοίο χανόταν σε ναυάγιο, τότε έχανε τα πάντα εφόσον δεν είχε δικαίωμα επί της υπόλοιπης περιουσίας του οφειλέτη. Η ιδιομορφία αυτή του ναυτικού δανείου έδινε αφορμή για διάφορες απάτες δανειζόμενων που για να γλιτώσουν την αποπληρωμή του δανείου μπορούσαν ακόμα και να βουλιάξουν το καράβι ώστε να μην επιστρέψει.

 

 

ΕΜΠΟΡΙΟ

 

Το εξαγωγικό εμπόριο των Αθηναίων ήταν πολύ μικρό σε σύγκριση με τις τεράστιες ποσότητες εισαγόμενων προϊόντων. Η Αττική παρήγαγε και εξήγαγε μόνο κρασί, λάδι και μέλι, αγαθά που μαζί με τα μέταλλα του Λαυρίου και τα βιομηχανικά προϊόντα, κυρίως της αγγειοπλαστικής, αποτελούσαν τον κύριο κορμό των εξαγωγών που σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να αντισταθμίσει τις εισαγωγές.

 

 

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

 

Από το 431 π.Χ. ο Πειραιάς άρχισε με τον πόλεμο να χάνει τα οικονομικά οφέλη που είχε αποκτήσει μετά από τόσες προσπάθειες των αρχηγών και των κατοίκων. Ο Πελοποννησιακός πόλεμος υποχρέωσε του κατοίκους της Αττικής να ζητήσουν καταφύγιο εντός των τειχών της πόλης Πειραιά και Αθήνας, γιατί στην ύπαιθρο δεν υπήρχε ασφάλεια. Η συγκέντρωση του πληθυσμού της υπαίθρου στον περιορισμένο χώρο του Πειραιά και η έλλειψη πρόνοιας από το κράτος για τη στέγαση και σίτιση τόσων κατοίκων δημιούργησε σημαντικότατα προβλήματα. Οι συνθήκες διαμονής ήταν εξαιρετικά δυσμενείς ενώ παράλληλα δυσκόλευαν και τις πολεμικές προσπάθειες των κατοίκων. Ως επιστέγασμα όλων αυτών των προβλημάτων ήρθε να προστεθεί ο λοιμός που έπληξε το Πειραιά για τρία χρόνια και αποδεκάτισε τον πληθυσμό του.

 

 

ΗΓΕΜΟΝΙΑ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ

 

Η αντίδραση δε θα μπορούσε να καθυστερήσει άλλο και φάνηκε το χειμώνα του 404 π.Χ. με πρωτεργάτη το Θρασύβουλο. Οι «επαναστάτες» κατέλαβαν το λόφο της Μουνιχίας όπου ενώθηκαν με όλους τους αγωνιστές της αντίστασης που καταδιώκονταν από τους Τριάκοντα. Η κίνηση αυτή του Θρασύβουλου, αν και καταπνίχθηκε, ήταν το έναυσμα ώστε η Σπάρτη να προβεί στην κατάλυση τόσο των Τριάκοντα όσο και των δέκα αρχόντων του Πειραιά. Ήταν γεγονός μεγάλης πολιτικής σημασίας γιατί αποτέλεσε το πρώτο βήμα για την επαναφορά του τόπου σε περίοδο ομαλότητας. Η πολιτεία επανήλθε στους νόμους του Σόλωνα, οι δημόσιες υπηρεσίες αποκαταστάθηκαν και άρχισε η λήψη διοικητικών μέτρων για τη λύση των προβλημάτων που είχαν προκύψει από τον καταστροφικό πόλεμο. Η ελευθερία και η κατοχύρωση της ιδιωτικής περιουσίας ήταν τα βασικά χαρακτηριστικά του νέου προγράμματος. Η δημοκρατία είχε κατοχυρωθεί και είχε αποφευχθεί η τελειωτική καταστροφή των οικονομικών.

 

Παρόλα αυτά, η οικονομική κατάσταση του Πειραιά δεν ήταν δυνατόν να μεταβληθεί σημαντικά γιατί η πόλη των Αθηνών μετά την ήττα του 405 είχε περιοριστεί στην Αττική και τη Σαλαμίνα. Ο ζωτικός χώρος μέσα στον οποίο άλλοτε κινούνταν η οικονομική δραστηριότητα του Πειραιά είχε αφαιρεθεί από τους κατακτητές. Οι μεγάλες επιχειρήσεις είχαν ατονήσει και η γεωργία είχε σχεδόν καταστραφεί. Το λιμάνι που κάποτε έσφυζε από ζωή φαινόταν να μην μπορεί πια να επανέλθει στην αρχική του κατάσταση. Η μόνη ελπίδα ήταν να επεκταθεί το επαναστατικό κίνημα και σε άλλες πόλεις που παλιά ήταν σύμμαχοι των Αθηνών και έτσι να μεγαλώσει ξανά η σφαίρα επιρροής των Αθηνών και να δοθούν νέες ευκαιρίες στο εμπόριο και τη ναυτιλία.

 

Μετά το Θρασύβουλο, λοιπόν, ήρθε ο Κόνων που συνέβαλε καθοριστικά στην ανασύσταση της παλιάς δύναμης της Αθήνας. Εκμεταλλευόμενος το μίσος των Περσών κατά των Σπαρτιατών πέτυχε με μεγαλοφυείς διπλωματικές ενέργειες να αποκτήσει την εμπιστοσύνη τους και να απελευθερώσει πολλές ελληνικές πόλεις. Ο Κόνων γύρισε το 393 π.Χ. στον Πειραιά θριαμβευτής φέρνοντας μαζί του πλοία και χρήματα. Ξεκίνησε, έτσι, η ανοικοδόμηση των τειχών Αθήνας- Πειραιά που είχαν καταστραφεί σχεδόν ολοκληρωτικά. Επιπλέον, ανακατασκευάστηκαν οι πολιτικοί ναύσταθμοι, διάφορα κτίσματα στρατιωτικής φύσης αλλά και όσοι ναοί είχαν υποστεί φθορά. Το έργο του Κόνωνα εγκαινίαζε για το λιμάνι και την πόλη του Πειραιά μια νέα περίοδο ισάξια αυτής του Θεμιστοκλή και του Περικλή.

 

Τη σημαντικότατη αυτή πρόοδο του Πειραιά διέκοψε ένα γεγονός το 387 π.Χ.. Τότε η Σπάρτη συνεταιρίστηκε τους Αιγινήτες και κατάφερε να αρπάξει σε ένα βράδυ σχεδόν όλα τα πλοία που ήταν αγκυροβολημένα στο λιμάνι. Αυτό φυσικά ήταν μεγάλη ζημιά για την πόλη που μόλις είχε αρχίσει να συνέρχεται από τα δεινά του Πελοποννησιακού πολέμου και της Σπαρτιατικής ηγεμονίας. Παρόλα αυτά, η πόλη συνέχισε να σημειώνει βελτίωση σε όλους τους τομείς. Οι νέοι αρμόδιοι έλαβαν υπόψη τους την ευνοϊκή θέση του λιμανιού και εκπονήθηκαν μελέτες και προγράμματα που θα συνέβαλλαν στη δημιουργία οικονομικών πλεονεκτημάτων από την ανάπτυξη της κίνησης του λιμανιού. Η εμπορική θέση της χώρας, το Αθηναϊκό νόμισμα και η υπεροχή των βιομηχανικών προϊόντων της Αττικής άρχισαν και πάλι να προσελκύουν τους εμπόρους των ξένων πόλεων, που έρχονταν στον Πειραιά για να εγκατασταθούν.

 

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

 

Η άνθιση του Πειραιά έφτασε στο απόγειό της κατά τον 5ο π.Χ. αιώνα και συνεχίστηκε και κατά τον 4ο, μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Μετά, άρχισε μια σαφής πτώση, δεδομένου ότι κατέφθαναν πολλοί λιγότεροι ξένοι και αγκυροβολούσαν λιγότερα πλοία. Όμως και ο πληθυσμός της Αθήνας άρχισε να αυξάνεται και κατά συνέπεια μειωνόταν συνεχώς το πλήθος των γεωργικών προϊόντων προς εξαγωγή. Ο θόρυβος ζωής στα λιμάνια του Πειραιά συνεχώς έσβηνε και ενώ τα ναυπηγεία είχαν ολοένα και λιγότερες παραγγελίες για κατασκευή πλοίων. Η πτώση αυτή του Πειραιά είχε σαφή και άμεσο αντίκτυπο και στην Αθήνα που κατά πολύ βασιζόταν στην εμπορική και ναυτική δραστηριότητα του λιμανιού της, και στους φόρους που εισέπραττε από αυτήν. Έτσι, με το τέλος του 4ου αιώνα άρχισαν και οι δύο πόλεις να γνωρίζουν τη δύση τους.

 

 

 

ΠΕΙΡΑΙΑΣ - 2500 ΧΡΟΝΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

 

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ